ευεπίμικτος


ευεπίμικτος
εὐεπίμικτος, -ον και εὐεπίμεικτος, -ον (Α)
1. αυτός τον οποίο μπορεί κάποιος να πλησιάσει εύκολα, ο ευπρόσιτος («χώραν πᾱσιν εὐεπίμικτον», Στράβ.)
2. (για ανθρώπους) ο καταδεκτικός.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + επί-μικτος (< επι-μίγνυμι)].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • εύμικτος — εὔμικτος, ον (Α) 1. κοινωνικός 2. (για δρόμο) συχναζόμενος, πολυσύχναστος (διάφ. ανάγν. τού ευεπίμικτος) 3. (για τον θεό) επιεικής, φιλικός, καλοκάγαθος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + μικτός (< μείγνυμι)] …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.